Ο αδελφός μου ο Νίκος
….κι ο Μάης ανθεμόεις
και συ χρονών δεκαενιά….
….κι ο Μάης ανθεμόεις
και συ χρονών δεκαενιά….
Ήταν ακόμα σκοτάδι, όταν τη μαγιάτικη νυχτερινή γαλήνη κομμάτιασε ο μεταλλικός θόρυβος των κλειδιών, που άνοιγαν τα κελιά του κτηρίου 15, στο Χαϊδάρι. Τα σκυλιά και οι ναζί ούρλιαζαν στη γλώσσα τους, που δεν καταλαβαίνατε. Καταλαβαίνατε όμως πολύ καλά τι θα ακολουθούσε.
Με τα κοντάκια των όπλων τους, σας έσπρωχναν ν’ ανεβείτε σε καμιόνια. Άναψαν τις μηχανές και το κομβόι ξεκίνησε.
Το μυαλό σου άρχισε να δουλεύει γρήγορα. Έπρεπε να ειδοποιηθούν οι δικοί σου άνθρωποι. Η οικογένειά σου, η οργάνωσή σου, οι σύντροφοί σου. Χρειαζόσουν μολύβι και χαρτί. Το μολύβι βρέθηκε κι όσο για το χαρτί….ο μπερές που φορούσες είχε άσπρη φόδρα.. Την ξήλωσες κι άρχισες πάνω της να γράφεις:
Με τα κοντάκια των όπλων τους, σας έσπρωχναν ν’ ανεβείτε σε καμιόνια. Άναψαν τις μηχανές και το κομβόι ξεκίνησε.
Το μυαλό σου άρχισε να δουλεύει γρήγορα. Έπρεπε να ειδοποιηθούν οι δικοί σου άνθρωποι. Η οικογένειά σου, η οργάνωσή σου, οι σύντροφοί σου. Χρειαζόσουν μολύβι και χαρτί. Το μολύβι βρέθηκε κι όσο για το χαρτί….ο μπερές που φορούσες είχε άσπρη φόδρα.. Την ξήλωσες κι άρχισες πάνω της να γράφεις:






